Το δικαστήριο

Αρμοδιότητες

Η ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

Η μεταφορά διοικητικών διαφορών ουσίας στα τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια.

-Μέχρι το 1958 το μόνο Διοικητικό Δικαστήριο στη Χώρα ήταν το Συμβούλιο της Επικρατείας.

-Ως Διοικητικά Δικαστήρια ουσίας υπήρχαν ορισμένα «ειδικά διοικητικά δικαστήρια» (όπως Σημάτων κ.ά.), οι διάφορες «Διοικητικές Επιτροπές», όπως οι «Εκδικαστικές Επιτροπές Ενστάσεων», στις φορολογικές διαφορές κ.ά.

-Για πρώτη φορά στην ιστορία του Ελληνικού Κράτους ιδρύονται πραγματικά Διοικητικά Δικαστήρια ουσίας με συνταγματικές εγγυήσεις (από ισόβιους δικαστες κ.λ.π.), με το ν.3845/1958(ΦΕΚ 149 Α΄), με βάση το άρθρο 82 του Συντάγματος του 1952.

-Στα Δικαστήρια αυτά προσβάλλονταν οι ατομικές εκτελεστές διοικητικές πράξεις των φοροτεχνικών και τελωνειακών Αρχών (και του Χημείου του Κράτους) που επέβαλαν φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα, και συναφείς κυρώσεις, με βάση του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (Κ.Φ.Δ.).

-Ακολούθησε η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του ν.δ.4486/1965 (ΦΕΚ 131 Α΄), η οποία συμπεριέλαβε, με αυθεντική ερμηνεία των άρθρων 1 και 75 του Κ.Φ.Δ., στη δικαιοδοσία των Φορολογικών Δικαστηρίων και τις σχετικές με τη φορολογία, διαφορές, που δεν καλύπτονταν, κατά τη νομολογία, από τον Κ.Φ.Δ., όπως οι πράξεις προσδιορισμού ζημίας των επιχειρήσεων, η αναγνώριση φορολογικής, γενικά, απαλλαγής, η ανάκληση δηλώσεως; η επιστροφή φόρων κ.λπ.

-Το καθεστώς αυτό διατηρήθηκε μέχρι το Σύνταγμα του 1975, το οποίο προέβλεψε ευθέως την ύπαρξη Διοικητικών Δικαστηρίων ουσίας (άρθρο 94) και ως τέτοια θεώρησε,με ερμηνευτική δήλωση κάτω από το άρθρο 95, τα πιο πάνω Φορολογικά Δικαστήρια.

-Η ανάθεση, όμως, στα δικαστήρια αυτά, τα οποία στη συνέχεια μετονομάστηκαν, με το άρθρο 7 του ν. 505/1976 (ΦΕΚ 353 Α΄), σε «Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια» και των λοιπών διοικητικών διαφορών ουσίας, οι οποίες μέχρι τότε υπαγόνταν στα πολιτικά δικαστήρια ή σε ειδικά διοικητικά δικαστήρια ή «Επίτροπες» θα γινόταν «υποχρεωτικά» μέσα σε μία δεκαετία από την ισχύ του Συντάγματος, ήτοι μέχρι την 11 Ιουνίου 1985, είτε συνολικά, είτε σταδιακά (άρθρο 94).

-Έτσι, άρχισαν να μεταφέρονται οι διαφορές αυτές σταδιακά, στα Διοικητικά Δικαστήρια, με διάφορους νόμους. Με πρώτη τη μεταφορά, με το ν.505/1976(Α 149)., των διαφορών που δημιουργούσαν οι πράξεις ορισμένων Δήμων, που αφορούσαν την επιβολή της δημοτικής φορολογίας, γενικά, δεδομένου ότι τα «Φορολογικά Δικαστήρια» είχαν δικαιοδοσία για τις διαφορές που προέκυπταν από τις πράξεις φορολογίας μόνο των οργάνων του Δημοσίου και όχι και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.).

-Επακολούθησε η για πρώτη φορά θεσπιζόμενη πράξη επιβολής προστίμου για ρύπανση της θαλάσσης (ν.743/1977, ΦΕΚ 319 Α΄) του Λιμενάρχη ή του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, αναλόγως του ποσού του προστίμου.

-Σταθμό, όμως, στην πιο πάνω μεταφορά αποτέλεσε ο ν.702/1977 (ΦΕΚ 268 Α΄), με το άρθρο 7του οποίου ορίσθηκε ότι: «1. Εις την αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται αι διοικητικαί διαφοραί ουσίας, αι αναφυόμεναι εκ της αναγνωρίσεως παραχωρήσεως ή απονομής δικαιώματος, ή ευεργετήματος ή οιασδήποτε άλλης παροχής της αρνήσεως ικανοποιήσεως, εν όλω ή εν μέρει, τοιούτου αιτήματος, ως και της μεταβολής δημιουργηθείσης διά διοικητικής πράξεως καταστάσεως κατά την εφαρμογήν της νομοθεσίας: α)Περί κοινωνικής ασφαλίσεως, καθ`όσον αφορά εις τας εν γένει ασφαλιστικάς σχέσεις μεταξύ των φορέων και των ασφαλισμένων ή των εργοδοτών των, ιδία δε αι διαφοραί περί την υπαγωγήν εις την ασφάλισιν και την διάρκειαν ταύτης, τας καταβλητέας εισφοράς υπό εργοδοτών και ησφαλισμένων και τας πάσης φύσεως παροχάς υπό του φορέως. β)Περί προστασίας εν γένει αναπήρων και θυμάτων πολέμου, πολεμοπαθών, αγωνιστών εθνικής αντιστάσεως εφέδρων παλαιών και νέων πολεμιστών, αστών προσφύγων παραπηγματούχων, σεισμοπαθών και πληγέντων εκ θεομηνίων. γ)Περί λαϊκής στέγης, εργατικής κατοικίας και ανταλλαξίμων ακινήτων. δ)Περί αποκαταστάσεως γεωργών και κτηνοτρόφων. ε)Για την υγειονομική περίθαλψη των υπαλλήλων, των λοιπών ασφαλισμένων του Δημοσίου και των μελών των οικογενειών τους»

-Κατ’ εξουσιοδότηση δε του νόμου αυτού εκδόθηκε το π.δ.341/1978(ΦΕΚ 319 Α΄), που αποτέλεσε, κατά κάποιο τρόπο, τη δεύτερη διοικητική δικονονομία.

-Τέλος, σημαντικό σταθμό στη μεταφορά διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια αποτέλεσε ο ν.1406/1983 (ΦΕΚ 182 Α΄), στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι «Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας οι οποίες δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ’ αυτή» (παρ. 1) και ότι «Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται «ιδίως» αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά: α)τη δημοτική και κοινοτική φορολογία γενικώς (Ο ν. 505 / 1976 προέβλεπε τις πράξεις ορισμένων μόνο Δήμων), β)τον καθορισμό των ορίων της εδαφικής περιφέρειας των δήμων και κοινοτήτων, γ)τις στρατιωτικές, ναυτικές και αεροπορικές επιτάξεις, δ)τα μεταλλεία και λατομεία, στ)τα σήματα, ε)στις σχέσεις μεταξύ Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.) και ασφαλισμένων και ιδίως αυτές που αναφέρονται στην ασφάλιση προσώπων ή γεωργικής παραγωγής, ζ)το κύρος των δημοτικών και κοινοτικών εκλογών, καθώς και των αρχαιρεσιών για την ανάδειξη των οργάνων της διοικήσεως των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, η)την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκη­σης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα,θ)τις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου, ι)τις διοικητικές συμβάσεις, ια)την είσπραξη δημοσίων εσόδων (Ν.Δ. 356 / 1974 ΦΕΚ 90)».

-Με βάση τον πιο πάνω νόμο (άρθρο 12 παρ. 1 και 2) εκδόθηκε το π.δ. 458/1983(ΦΕΚ 165 Α΄), που, μαζί με τις διατάξεις των άρθρων 2-4 αυτού, αποτέλεσαν την «τρίτη δικονομία» (τα άρθρα 5-8 του ν.1406/1983 παρέπεμπαν στις δικονομικές διατάξεις των ουσιαστικών νόμων, που αφορούσαν τις δημοτικές, εκλογικές, διοικητικών συμβάσεων και Κ.Ε.Δ.Ε διαφορές).

-Ηδη, όμως, με το ν.2717/1999 (ΦΕΚ 97 Α΄) κυρώθηκε ο ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, που, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο του παραπάνω νόμου, άρχισε να ισχύει από 17.7.1999 και με τον οποίο θεσπίστηκε πλέγμα δικονομικών διατάξεων που ισχύουν κατά την εκδίκαση όλων των διοικητικών διαφορών ουσίας ενώπιον των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων. Με το άρθρο 285 (παρ.1) του νόμου αυτού καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αναφέρεται σε θέμα ρυθμιζόμενο από αυτόν.

-Στη συνέχεια, με το άρθρο 29 (παρ.4) του ν. 2721/1999 (ΦΕΚ 112 Α΄) προστέθηκε στο άρθρο 1 του ν.1406/1983 παράγραφος 3, που έχει ως εξής:

«3. Στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά: α)τη χορήγηση και την ανάκληση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας και την επιβολή κυρώσεων κατά τη λειτουργία καταστημάτων και εργαστηρίων υγειονομικού ενδιαφέροντος, καθώς και των επιχειρήσεων που εξομοιούνται με αυτά, περιλαμβανομένων και των διαφορών που προκαλούνται από πράξεις, οι οποίες εκδίδονται κατ` εφαρμογή της νομοθεσίας περί μηχανολογικών εγκαταστάσεων και αποτελούν προϋπόθεση γαι τη χορήγηση των ανωτέρω αδειών, β)τη χορήγηση, ανάκληση ή αφαίρεση άδειας κυκλοφορίας οχημάτων και την επιβολή συναφών κυρώσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προβλεπόμενες από τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, γ)την παραχώρηση δικαιώματος και τον καθορισμό των όρων εκμετάλλευσης αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (λεωφορείων, φορτηγών, επιβατηγών, βυτιοφόρων και λοιπών), τη μεταβολή της έδρας τους, καθώς και κάθε άλλη σχετική μεταβολή, δ)επιβολή πειθαρχικών ποινών σε μέλη επαγγελματικών ενώσεων με χαρακτήρα νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όπως είναι, ιδίως, οι ιατρικοί, οδοντιατρικοί και φαρμακευτική σύλλογοι, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος και η Ένωση Ελλήνων Χημικών».

-Τέλος, με το άρθρο 51(παρ.1, 2 και 3) του ν.3659/2008 (ΦΕΚ 77 Α΄) προστέθηκε στο άρθρο 1 του ν.1406/1983 (ΦΕΚ 182 Α`), παράγραφοι 4, 5 και 6, ως εξής: «4.Στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, οι διαφορές που προκύπτουν: α)από την επιβολή διοικητικών κυρώσεων: αα) για παράβαση των διατάξεων και ρυθμίσεων της εργατικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας, ββ)για παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας περί τουριστικών επιχειρήσεων οποιασδήποτε μορφής και κατηγορίας και ασκήσεως τουριστικών επαγγελμάτων, ιδίως της νομοθεσίας περί ξενοδοχείων, τουριστικών γραφείων και λεωφορείων, γγ)για παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ν.δ. 187/1973 – ΦΕΚ 261 Α`) και των κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων, δδ)για παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας περί προστασίας των καταναλωτών,
β) από πράξεις που εκδίδονται βάσει της νομοθεσίας περί διαχείρισης των υδάτινων πόρων,
γ) από την άρνηση χορήγησης αποδεικτικού ή βεβαιώσεως ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο ή τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από οποιαδήποτε αιτία, κατά τις οικείες διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν,
δ) από την έκδοση πράξεων, με τις οποίες διατάσσεται η προσωρινή παύση λειτουργίας καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου, εργαστηρίου και γενικά επαγγελματικής εγκατάστασης επιτηδευματία, λόγω φορολογικών παραβάσεων ή λόγω οφειλής προς το Δημόσιο από οποιαδήποτε αιτία,
ε)από την άρνηση θεώρησης φορολογικών βιβλίων και στοιχείων, λόγω μη εκπληρώσεως ληξιπρόθεσμων και απαιτητών οφειλών,
στ) από πράξεις, οι οποίες εκδίδονται με βάση τις κοινοτικές και εθνικές διατάξεις, οι οποίες διέπουν την κοινή οργάνωση αγορών και αφορούν στην καταβολή των προβλεπόμενων από τις ανωτέρω διατάξεις κοινοτικών ενισχύσεων, επιδοτήσεων και λοιπών χρηματικών παροχών ή στην επιβολή κάθε σχετικού μέτρου ή κυρώσεως,
ζ) από τις πράξεις παραχωρήσεως κοινοχρήστων χώρων, σε εκμεταλλευόμενους καταστήματα κάθε είδους προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας τους,
η) από τη χορήγηση αδειών ασκήσεως υπαιθρίου εμπορίου και λαϊκών αγορών,
θ) από τη χορήγηση αδειών εγκαταστάσεως και λειτουργίας πρατηρίων καυσίμων, σταθμών αυτοκινήτων και πλυντηρίων – λιπαντηρίων αυτοκινήτων και την επιβολή διοικητικών κυρώσεων για παράβαση της οικείας νομοθεσίας.
5. Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων ε`, η`, και ι` της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977, οι διαφορές που προκύπτουν από την έκδοση διοικητικών πράξεων, οι οποίες αφορούν στην επιβολή αποκλειστικά και μόνο προστίμου, εκδικάζονται, ως διαφορές ουσίας, από τα κατά τόπον αρμόδια Διοικητικά Πρωτοδικεία…..
6. Στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, όλες οι διαφορές που αναφύονται στις περιπτώσεις των παραγράφων 2, 3 και 4, ανεξάρτητα από την ιδιότητα εκείνου που ασκεί το οικείο ένδικο βοήθημα».

-Σύμφωνα δε με την παρ.4 του παραπάνω άρθρου και νόμου «Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν καταλαμβάνουν τις εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση του παρόντος υποθέσεις.

Η μεταφορά ακυρωτικών διαφορών από το Συμβούλιο της Επικρατείας

-Εξάλλου, με το ν.702/1977 (ΦΕΚ 268 Α΄) υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των Διοικητικών Δικαστηρίων. και ειδικότερα των Διοικητικών Εφετείων, αιτήσεις ακυρώσεως κατά πράξεων των ορισμένων διοικητικών αρχών, οι οποίες εκδικάζονται με βάση τις δικονομικές διατάξεις του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ 18 Α΄).

-Ειδικότερα, με το άρθρο 1 του ν.702/1977(ΦΕΚ 268 Α΄) ορίσθηκε ότι: «1. Εις την αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται και η εις πρώτον βαθμόν εκδίκασις αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων των διοικητικών αρχών αφορώσαι: α) α. εις τον διορισμόν και την εν γένει υπηρεσιακήν κατάστασιν των υπαλλήλων (πολιτικών και στρατιωτικών) του Δημοσίου,των Δήμων και Κοινοτήτων, και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, β)εις την εισαγωγήν και κατάστασιν εν γένει μαθητών των παραγωγικών σχολών των ως άνω υπαλλήλων και τας μεταβολάς της καταστάσεως των εφέδρων αξιωματικών. γ)εις την πρόσληψιν και την εν γένει κατάστασιν προσωπικού του Δημοσίου των Δήμων και Κοινοτήτων και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξαρτήτως της φύσεως της συνδεούσης αυτό σχέσεως, ως και εις το προσωπικόν εν γένει των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και φροντιστηρίων». Με το άρθρο 2, όμως, του ιδίου νόμου (ν.702/1977) ορίσθηκε ότι «2. Της κατά την προηγουμένην παράγραφον αρμοδιότητος του τριμελούς διοικητικού εφετείου εξαιρούνται εξακολουθούσαι υπαγόμεναι εις την κατά πρώτον και τελευταίον βαθμόν αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, αιτήσεις ακυρώσεως αφορώσαι: α.εις τον διορισμόν ή πρόσληψιν και την υπηρεσιακήν εν γένει κατάστασιν των ανωτάτων υπαλλήλων. β.εις την προαγωγήν απο ανωτέρου εις ανώτατον βαθμόν της υπαλληλικής ιεραρχίας, γ.εις την εκλογήν και την εν γένει υπηρεσιακήν κατάστασιν των καθηγητών και υφηγητών των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων».

-Το παραπάνω άρθρο 1 του ν.702/1977(ΦΕΚ 268 Α΄), αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 29 του ν.2721/1999 (ΦΕΚ 112 Α΄), ως ακολούθως: «1.Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση σε πρώτο βαθμό αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών, οι οποίες αφορούν: α) το διορισμό και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων (πολιτικών, στρατιωτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, β)την εισαγωγή και κατάσταση γενικώς μαθητών των παραγωγικών σχολών των πιο πάνω υπαλλήλων και τις μεταβολές της κατάστασης των έφεδρων αξιωματικών. γ)την πρόσληψη και την κατάσταση γενικώς του προσωπικού του Δημοσίου,των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξαρτήτως από τη φύση της σχέσης που το συνδέει, καθώς και το προσωπικό γενικώς των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και φροντιστηρίων, δ)την εφαρμογή της εκπαιδευτικής νομοθεσίας για τους μαθητές, σπουδαστές, φοιτητές, υποτρόφους και μετεκπαιδευομένους, ε)την ανάκληση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρουμένων επί μακρόν ρυμοτομικών βαρών, στ)την τακτοποίηση, προσκύρωση και αναλογισμό αποζημίωσης ακινήτων, ζ)το χαρακτηρισμό κτισμάτων ή κατασκευών ως αυθαιρέτων και την εξαίρεση τους από την κατεδάφιση.

-Στη συνέχεια το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε με την παρ.1 άρθρου 1 του ν.2944/2001 (ΦΕΚ 222 Α΄), ως εξής: «1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν: α)το διορισμό και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των λειτουργών και υπαλλήλων (πολιτικών, στρατιωτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, β)την εισαγωγή και κατάσταση γενικά μαθητών των παραγωγικών σχολών των υπαλλήλων της περίπτωσης α` του παρόντος και τις μεταβολές της κατάστασης των εφέδρων αξιωματικών, γ)την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξαρτήτως από τη φύση της σχέσης που το συνδέει, δ)την εφαρμογή της εκπαιδευτικής νομοθεσίας για τους μαθητές,σπουδαστές, φοιτητές, υποτρόφους και μετεκπαιδευομένους, ε)το προσωπικό γενικά των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και φροντιστηρίων, στ)την ανάκληση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρούμενων επί μακρόν ρυμοτομικών βαρών (Η περ. στ`καταργήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 2002 με την παρ.2 άρθρ.1 ΠΝΠ της 21. 12.2001(ΦΕΚ 288 Α΄), ζ)την τακτοποίηση, προσκύρωση και αναλογισμό αποζημίωσης ακινήτων, καθώς και την εφαρμογή πολεοδομικών μελετών, η) το χαρακτηρισμό κτισμάτων ή κατασκευών ως αυθαιρέτων και την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση, θ) την έκδοση οικοδομικών αδειών και αδειών για την κοπή δένδρων, καθώς και τη σύνδεση οικοδομών με κάθε είδους δίκτυα».

-Επίσης, με τις παρ.1 και 2 άρθρου4 Ν.2944/2001 ορίσθηκε ότι: «1.Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση σε πρώτο και τελευταίο βαθμό των υπαλληλικών προσφυγών, εκτός από εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 103 του Συντάγματος, οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας».

-Τέλος, με το άρθρο 49 του ν.3659/2008, ΦΕΚ 77 Α΄/7.5.2008 (έναρξη ισχύος από 8.6.2008), ορίστηκε ότι: «1. Η περίπτωση γ` της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 (ΦΕΚ 268 Α`), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:”γ) την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που το συνδέει, καθώς και την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου όπου η πρόσληψη αυτή γίνεται με βάση ειδική διοικητική διαδικασία”. 2. Η περίπτωση ε` της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:”ε) την ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και φροντιστηρίων, το προσωπικό γενικά των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και φροντιστηρίων και την επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας”. 3. Η περίπτωση η` της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: “η) το χαρακτηρισμό κτισμάτων ή κατασκευών ως αυθαιρέτων, ανεξαρτήτως της νομοθεσίας κατ` εφαρμογή της οποίας έγινε ο χαρακτηρισμός, και την εξαίρεση τους από την κατεδάφιση. Επίσης, την αυθαίρετη μεταβολή χρήσης και την επιβολή προστίμων αυθαιρέτων”. 4. Στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του ν. 702/1977, όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση ι΄, ως εξής: “ι) την έκδοση αδειών υπαίθριων διαφημίσεων και επιγραφών, καθώς και την αφαίρεση παράνομων υπαίθριων διαφημίσεων και επιγραφών και την επιβολή σχετικών προστίμων”».

-Σύμφωνα δε με την παρ.7 του παραπάνω άρθρου και νόμου «Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν καταλαμβάνουν τις εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση του παρόντος υποθέσεις.

ΠΡΟΣΟΧΗ. Παράλληλα με τις παραπάνω γενικές διατάξεις, με σειρά ειδικών νόμων, έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Διοικητικών Δικαστηρίων και άλλες διοικητικές διαφορές

Ελένη Παπαδημητρίου
Εφέτης Διοικητικών Δικαστηρίων

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ  ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Αθήνα, 29 Οκτωβρίου 2012

 

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

-Περαιτέρω, με το άρθρο 13 παρ.1 του Ν.3900/2010 (Α’213/17.12.2010), αντικαταστάθηκαν οι παρ.2 και 3 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν.2717/1999, Α’97) και ορίστηκε ότι: «2. Κατ’εξαίρεση, η εκδίκαση: α) των διαφορών από διοικητικές συμβάσεις ανήκει, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, στο εφετείο, β) των φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών, των οποίων το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ, ανήκει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό στο εφετείο, γ) των χρηματικών διαφορών, των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ, ανήκει στο μονομελές πρωτοδικείο, δ)…….Αν πρόκειται για φορολογική ή τελωνειακή εν γένει διαφορά, για την εφαρμογή των παραπάνω περιπτώσεων β’ και γ’ η αρμοδιότητα προσδιορίζεται με βάση το ποσό του κύριου φόρου, δασμού, τέλους ή προστίμου. 3. Αν η κατά τις περιπτώσεις β’ και γ’ της προηγούμενης παραγράφου, χρηματική διαφορά έχει δημιουργηθεί από τον καταλογισμό ή την οποιασδήποτε άλλης φύσης βεβαίωση, με την ίδια πράξη, διάφορων ποσών κατά του ίδιου υπόχρεου, η αρμοδιότητα καθορίζεται με βάση το μεγαλύτερο από τα ποσά αυτά. Το καθ’ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την πράξη με το μεγαλύτερο ποσό καθίσταται αρμόδιο και για τις υπόλοιπες συναφείς πράξεις». Σύμφωνα δε με την παρ.4 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις της παραγράφου 1 καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος (1.1.2011) του παρόντος υποθέσεις.

– Στη συνέχεια, με το άρθρο 13 παρ.3 του Ν.3900/2010, προστέθηκε στην παρ. 6 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, νέο εδάφιο, ως εξής: «Κατ’εξαίρεση, στις περιπτώσεις που η πρωτόδικη απόφαση εκδίδεται από το μονομελές πρωτοδικείο, η εκδίκαση της διαφοράς σε δεύτερο βαθμό ανήκει στο μονομελές εφετείο». Σύμφωνα δε με την παρ.5 του παραπάνω άρθρου 13, η διάταξη της παραγράφου 3 ισχύει για εφέσεις κατά αποφάσεων που θα δημοσιευθούν ένα έτος μετά τη δημοσίευση του παρόντος (δηλαδή, μετά τις 17.12.2011). 

– Ακολούθως, οι περ.β’ και γ’ της παρ.2 του άρθρου 6 του ΚΔΔ, αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 47 παρ.1 του Ν.4055/2012 (Α’51), με το οποίο ορίζεται ότι: «2. Κατ’εξαίρεση, η εκδίκαση: α)………β) των φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών, των οποίων το αντικείμενο δενυπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, ανήκει σε πρώτο βαθμό στο μονομελές πρωτοδικείο. Εάν το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ ανήκει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό στο εφετείο. γ) των χρηματικών διαφορών, των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, ανήκει στο μονομελές πρωτοδικείο». Σύμφωνα δε με την παρ.15 του άρθρου 110 του Ν.4055/2012 «Οι διατάξεις των άρθρων 47 και 67 του παρόντος εφαρμόζονται στις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει ορισθεί δικάσιμος».

– Επίσης, με το άρθρο 47 παρ.5 του Ν.3943/2011 (Α’66/31.3.2011), το οποίο καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού υποθέσεις, προστέθηκε τρίτο εδάφιο στην παρ.3 του άρθρου 6 του ΚΔΔ, το οποίο έχει ως εξής: «Αν στο πλαίσιο του ίδιου προσωρινού ή οριστικού φορολογικού ελέγχου έχουν καταλογιστεί για το ίδιο οικονομικό έτος ή διαχειριστική  περίοδο με την ίδια ή περισσότερες πράξεις, διάφορα ποσά, κατά του ίδιου υπόχρεου, ανεξαρτήτως αν αυτά αφορούν διαφορετικά φορολογικά αντικείμενα, το εφετείο, εφόσον είναι αρμόδιο για κάποια από αυτές, καθίσταται αρμόδιο και για τις υπόλοιπες, ανεξαρτήτως ποσού».

– Εξάλλου, όσον αφορά τις διαφορές που αναφύονται κατά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων (ΚΕΔΕ), με το άρθρο 42 του Ν.3900/2010 αντικαταστάθηκε η παρ.1 του άρθρου 218 του ΚΔΔ, η οποία είχε ήδη αντικατασταθεί με το άρθρο 29 του Ν.3659/2008 και ορίστηκε ότι: «1. Καθ’ύλην αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση των κατά το άρθρο 216 διαφορών είναι, στον πρώτο βαθμό, το μονομελές πρωτοδικείο, ενώ στο δεύτερο βαθμό το τριμελές εφετείοΕφόσον η απαίτηση, για την οποία χωρεί η εκτέλεση, δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ, αρμόδιο καθίσταται το μονομελές εφετείο». 2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου καταλαμβάνει τις εφέσεις κατά αποφάσεων που θα δημοσιευθούν ένα έτος μετά τη δημοσίευση του παρόντος». Περαιτέρω, το δεύτερο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 218 του ΚΔΔ, αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ.2 του άρθρου 47 του Ν.4055/2012, ως εξής: «Εφόσον η απαίτηση, για την οποία χωρεί η εκτέλεση, δεν υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, αρμόδιο στο δεύτερο βαθμό καθίσταται το μονομελές εφετείο». Σύμφωνα δε με την παρ.15 του άρθρου 110 του Ν.4055/2012 «Οι διατάξεις των άρθρων 47 και 67 του παρόντος εφαρμόζονται στις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει ορισθεί δικάσιμος».

– Τέλος, με το άρθρο 48 του Ν.3900/2010, ορίζεται ότι: «1. Στην περίπτωση η’ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν.1406/1983 (ΦΕΚ 182 Α’), προστίθενται εδάφια ως εξής: «Εξαιρούνται οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητο. Οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η ισχύς του προηγούμενου εδαφίου αρχίζει τρεις μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». 2. Η περίπτωση στ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του ν.1406/1983 αντικαθίσταται ως εξής: «στ) από την έκδοση πράξεων, οι οποίες αφορούν την καταβολή κοινοτικών ή εθνικών ενισχύσεων, επιδοτήσεων και λοιπών συναφών χρηματικών παροχών, καθώς και στην επιβολή κάθε σχετικού μέτρου ή κυρώσεως». 3. Στο άρθρο 1 του ν.1406/1983 προστίθεται παράγραφος 4Α ως εξής: «4Α.Υπάγονται στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου, εκδικαζόμενες σε πρώτο και τελευταίο βαθμό ως διαφορές ουσίας, οι διαφορές που αναφύονται: α) από την επιβολή κυρώσεων για παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας που διέπει την άσκηση κάθε είδους επαγγελματικής δραστηριότητας, την ίδρυση και λειτουργία επαγγελματικής εγκατάστασης και την κυκλοφορία προϊόντων, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που οι σχετικές διαφορές έχουν υπαχθεί στην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου, και β) από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί επενδύσεων». 4. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν.1406/1983, η οποία προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 51 του ν. 3659/2008, αντικαθίσταται ως εξής: «5. Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων ε’, η’ και ι’ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν.702/1977 και της παραγράφου 4 Α, οι διαφορές που προκύπτουν από την έκδοση διοικητικών πράξεων, οι οποίες αφορούν την επιβολή αποκλειστικά και μόνο προστίμου, εκδικάζονται, ως διαφορές ουσίας, από τα κατά τόπον αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία».

 

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΑΚΥΡΩΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

-Εξάλλου, με το άρθρο 47 του Ν.3900/2010 που αντικατέστησε το άρθρο 1 του Ν.702/1977 (Α’268), όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 49 του Ν.3659/2008 (Α’77), το Τριμελές Διοικητικό Εφετείο κατέστη αρμόδιο για την σε πρώτο βαθμό εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων των διοικητικών αρχών που αφορούν και “ια) την εφαρμογή της νομοθεσίας περί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πλην εκείνων που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών τους, οι οποίες παραμένουν στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Δεν θίγονται οι διατάξεις, με τις οποίες διαφορές από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης έχουν ήδη υπαχθεί  στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Πρωτοδικείου ως διαφορές ουσίας, ιβ) τη χορήγηση αδειών: 1) για την άσκηση κάθε είδους επαγγελματικής δραστηριότητας, 2) για την ίδρυση και λειτουργία επαγγελματικών εγκαταστάσεων, και 3) για την κυκλοφορία προϊόντων. Από τις παραπάνω διαφορές εξαιρούνται όσες έχουν ήδη υπαχθεί στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Πρωτοδικείου εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, ιγ) την εφαρμογή της αθλητικής νομοθεσίας, ιδ) το χαρακτηρισμό εκτάσεων κατά το άρθρο 14 του ν.998/1979 (ΦΕΚ 289 Α’) και την κήρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων κατά τα άρθρα 38 και 41 του ίδιου νόμου, και ιε) την εφαρμογή της νομοθεσίας περί συμβολαιογράφων, υποθηκοφυλάκων, δικαστικών επιμελητών, επιμελητών ανηλίκων, ορκωτών ελεγκτών – λογιστών, εκτελωνιστών και χρηματιστών”.

– Περαιτέρω, το ίδιο άρθρο 47 του ως άνω νόμου προβλέπει ότι: « 2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του ν. 702/1977, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 29 του ν. 2721/1991 και την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 2944/2001 και τροποποιήθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 49 του ν. 3659/2008, αντικαθίσταται ως εξής: “2. Εξακολουθούν να υπάγονται στην κατά πρώτο και τελευταίο βαθμό αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι αιτήσεις ακυρώσεως που αφορούν: α) το διορισμό και την υπηρεσιακή κατάσταση γενικά των δικαστικών λειτουργών και του κυρίου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, β) το διορισμό και την παύση των καθηγητών πρώτης βαθμίδας της ανώτατης εκπαίδευσης (πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα), γ) το διορισμό και την παύση των μετακλητών ή επί θητεία ανωτάτων υπαλλήλων, δ) την προαγωγή στο βαθμό του Πρέσβη, ε) την πλήρωση των θέσεων του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμυνας, των Αρχηγών των τριών κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, των Αρχηγών των Σωμάτων Ασφαλείας, καθώς και την αποστρατεία τους, στ) την προαγωγή στο βαθμό του Γενικού Διευθυντή ή την ανάθεση καθηκόντων για ορισμένο χρόνο κατόπιν επιλογής σε Προϊσταμένους Γενικών Διευθύνσεων των υπηρεσιών του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ζ) την απόλυση υπαλλήλου, εφόσον η αίτηση ακυρώσεως είναι συναφής με προσφυγή κατ` αποφάσεως πειθαρχικού συμβουλίου που έχει επιβάλει ποινή οριστικής παύσης, η) την επιβολή πειθαρχικής ποινής από συμβούλιο στο οποίο προεδρεύει ή συμμετέχει ανώτατος δικαστικός λειτουργός». 3. Το άρθρο 5Α του ν. 702/1977, που προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν. 2944/2001 και αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 49 του ν. 3659/2008, αντικαθίσταται ως εξής: “Οι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων που εκδίδονται επί των διαφορών των περιπτώσεων α`, β`, γ`, δ`, ε`, ια` και ιγ` της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου δεν υπόκεινται σε έφεση. Εξαιρούνται και υπόκεινται σε έφεση οι διαφορές που αφορούν: α) το διορισμό με διαδικασία μη υποκείμενη στον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π., τη μετάταξη, την προαγωγή σε βαθμό που χαρακτηρίζεται ανώτατος από διάταξη νόμου και τη λύση της υπαλληλικής σχέσης των υπαλλήλων (πολιτικών και δικαστικών) του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, β) τη μονιμοποίηση και την απόταξη των στρατιωτικών υπαλλήλων και των υπαλλήλων των Σωμάτων Ασφαλείας, γ) την εισαγωγή και οριστική απομάκρυνση των μαθητών των παραγωγικών σχολών της περίπτωσης β` της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, δ) το διορισμό και την παύση των αναπληρωτών καθηγητών, επίκουρων καθηγητών, λεκτόρων και καθηγητών εφαρμογών της ανώτατης εκπαίδευσης, και ε) την αναγνώριση τίτλων σπουδών της αλλοδαπής.”

– Επίσης, με την παρ.4 του άρθρου 47 του πιο πάνω νόμου, το Τριμελές Διοικητικό Εφετείο κατέστη αρμόδιο για την εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως που αφορούν το προσυμβατικό στάδιο και ορίστηκε ειδικότερα ότι: « Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3886/2010 (ΦΕΚ 173 Α`), οι αιτήσεις ακυρώσεως κατά πράξεων της διαδικασίας που προηγείται της σύναψης συμβάσεων δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών υπάγονται στην αρμοδιότητα των τριμελών διοικητικών εφετείων που αποφαίνονται ανεκκλήτως. Οι εκκρεμείς έως την 31η Δεκεμβρίου 2010 διαφορές του ν. 3886/2010 εκδικάζονται από τα δικαστήρια ενώπιον των οποίων εκκρεμούν».

– Ακολούθως, με το άρθρο 49 παρ.3 του Ν.3900/2010 αντικαταστάθηκε το άρθρο 15 του Ν.3068/2002 (Α’274) και ορίζεται ότι: «Υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που αφορούν: α) την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα, υπό την έννοια της Συμβάσεως της Γενεύης, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.δ. 3989/1959 (ΦΕΚ 201 Α’) και του συναφούς πρωτοκόλλου της Νέας Υόρκης του 1967, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του α.ν. 389/1968 (ΦΕΚ 125 Α’), β) την κτήση και την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας. Οι αποφάσεις των διοικητικών εφετείων επί των εν λόγω διαφορών υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 5 του ν.702/1977. 4. Η παράγραφος 1 δεν καταλαμβάνει τις διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή πράξεων που αφορούν την άρνηση χορήγησης σε αλλοδαπό άδειας ασκήσεως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας, την άρνηση ανανέωσης ή την ανάκληση τέτοιας άδειας, όταν οι πράξεις αυτές δεν εκδίδονται κατ’εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών αλλά κατ’εφαρμογή ειδικής νομοθεσίας, εφαρμοζόμενης και επί ημεδαπών, με την οποία η άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας έχει υπαχθεί σε καθεστώς προηγούμενης άδειας».

– Σύμφωνα δε με το άρθρο 50 του ίδιου νόμου «Οι διατάξεις των άρθρων 47 παράγραφοι 1 και 2, 48 παράγραφοι 2,3 και 4 και 49 καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις. Σχετικές αιτήσεις ακυρώσεως που έχουν ασκηθεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έως την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, αλλά δεν έχουν συζητηθεί, διαβιβάζονται στα κατά τόπον αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία και εφετεία με πράξεις του Προέδρου του οικείου δικαστικού σχηματισμού».

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

– Με το άρθρο 56 παρ.2 του Ν.3900/2010, προστέθηκε νέο εδάφιο ε’ στο άρθρο 2 παρ.1 του Ν.3068/2002 και ορίστηκε ότι: «1. Η αρμοδιότητα για τη λήψη των προβλεπόμενων στο άρθρο 3 μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις ανατίθεται σε τριμελές συμβούλιο: α)…..β)…..γ)….δ)…..ε) των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και των λοιπών ειδικών δικαστηρίων, αν πρόκειται για αποφάσεις αυτών».

-Με το άρθρο 54 του Ν.4055/2012 (Α’51/2.4.2012), ορίστηκε ότι: «1. Η αρμοδιότητα προς εκδίκαση της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση, όταν αφορά καθυστέρηση εκδίκασης υπόθεσης ενώπιον:α)……β) των διοικητικών εφετείων, ανατίθεται σε Πρόεδρο Εφετών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση…..».

– Με το άρθρο 326 παρ.5 του Ν.4072/2012 (Α’ 86/11.4.2012), προστέθηκαν εδάφια στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Ν.3068/2002, που αφορά την εκτέλεση κατά του Δημοσίου, ως εξής: ««Η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων ή άλλων εκτελεστών τίτλων, που υπόκεινται σε ένδικα μέσα ή βοηθήματα και από τους οποίους απορρέει χρηματική υποχρέωση του Δημοσίου, διενεργείται ύστερα από προσκόμιση εκ μέρους του δικαιούχου ισόποσης εγγυητικής επιστολής Τραπέζης. Το δικαστήριο, που εξέδωσε την εκτελεστή απόφαση ή το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η εκδίκαση του ενδίκου βοηθήματος, μπορεί, κατόπιν σχετικού αιτήματος, αναλόγως της φερεγγυότητας του δικαιούχου ή των λοιπών εγγυήσεων που προσφέρει ή κρίνονται αναγκαίες να μειώσει το ύψος της εγγυητικής επιστολής μέχρι του ενός δευτέρου. Αν η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό ο εκτελεστός τίτλος μπορεί να εκτελεσθεί χωρίς εγγύηση, μετά την άπρακτη πάροδο 90 ημερών από την επίδοσή του. Η εγγυητική επιστολή εκδίδεται υπέρ της υπηρεσίας, που είναι αρμόδια για την καταβολή, και επιστρέφεται μετά από την προσκόμιση πιστοποιητικού αμετάκλητης, υπέρ του αντιδίκου του υπόχρεου, επίλυσης της διαφοράς ή της μη ασκήσεως ενδίκου μέσου ή βοηθήματος μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται από το νόμο».